ἐγχρέμπτομαι
ἐγχρέμπτομαι, to expectorate
ἐγχρέμπτομαι,
- expectorate, Luc. Gall. 10.
carraspear, escupir
μύχιον τι
ἐγ·χρέμπτομαι (impf. 3 sg. ἐνεχρέμπτετο) cracher sur, Luc. Gall. 10.
Étym. ἐν, χρ.
ἐγχρέμπτομαι
- Dep. to expectorate, Luc.