ἔγχλωρος
ἔγχλωρος, greenish
ἔγχλωρος, ον,
- greenish, Thphr. HP 3.12.5 (Comp.), Dsc. 3.37.
verdoso, verde pálido
ἄνθος
τὰ δ' ἔδον ἔγχλωρον
del alfóncigoστάχυς
ἔγ·χλωρος, ος, ον, verdâtre, vert, Th. H.P. 3, 12, 5.
Étym. ἐν, χλωρός.
ἔγχλωρος, grüngelblich, Theophr.