ἐγχουσίζομαι Save ἐγχουσίζομαι, rouge LSJ DGE ἐγχουσίζομαι, rouge, τὸ πρόσωπον, EM 313.37; cf. ἀγχουσίζομαι. ἐγχουσίζομαι v. ἀγχουσίζομαι.