ἔγχωρος
ἔγχωρ-ος, ον, (χώρα)
- = foreg., S. Ph. 692 (lyr.), OC 125 (lyr.), Lyc. 509, etc.; φάσματα S. Ichn. 322 (lyr.).
del país, local
λαοί
ὁ πρέσβυς
φάσματα
νόμοις ἕπεσθαι τοῖσιν ἐγχώροις καλόν
θάμβος ἐγχώροις μέγα
• subst. ὁ ἔ. habitante del país, lugareño
οὐδέ τιν' ἐγχώρων κακογείτονα
ἔγ·χωρος, ος, ον, c. ἐγχώριος, Soph. Ph. 692 ; Lyc. 509, 859, etc.
ἔγχωρος, = ἐγχώριος, Soph. Phil. 687, O.C. 125 u. sp.D., wie Lycophr. 509.
ἔγχωρος
ἔγ-χωρος, ον
χώρα
= ἐγχώριος, Soph.