Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγχύτρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγχρωτάζω
ἐγχύλης
ἐγχυλης
ἐγχυλίζω
ἐγχύλισμα
ἐγχυλόομαι
ἔγχυλος
ἐγχύλως
ἐγχύλωσις
ἔγχυμα
ἐγχυματίζω
ἐγχυμάτισμα
ἐγχυματισμός
ἐγχυματιστά
ἐγχυματιστέον
ἐγχυματιστής
ἐγχυματιστός
ἐγχυμάω
ἔγχυμος
ἐγχύμωμα
ἐγχύμωσις
ἐγχύνω
ἐγχυσεύς
ἔγχυσις
ἐγχυτέον
ἐγχυτήρ
ἐγχυτίστριαι
ἐγχυτλόω
ἔγχυτον
ἔγχυτος
ἐγχύτρια
ἐγχύτριαι
ἐγχυτρίζω
ἐγχυτρισμός
ἐγχυτρίστρια
ἐγχυτρίστριαι
Ἐγχώ
ἔγχωμα
ἐγχωματίζω
ἐγχωνεύω
ἐγχώννυμι
ἐγχωρέω
ἐγχώρησις
ἐγχωρητέον
ἐγχωρητικός
ἐγχωριάζω
ἐγχωρίζω
ἐγχώριος
ἐγχωρίτης
ἔγχωρος
ἐγχωρούντως
ἔγχωσις
ἐγχωστήριος
ἐγώ
ἔγωγε
ἐγώγυος
ἐγᾦδα
ἐγώλιος
ἐγᾦμαι
ἐγών
ἐγώνγα
…
ἐγχύτρια
Save
Pape
ἐγχύτρια
, ἡ,
v.l.
für ἐγχυτρίστρια,
Schol. Ar
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}