ἔγχωμα
ἔγχωμα, bar of a river
ἔγχωμα, ατος, τό,
- bar of a river, Plb. 4.39.9.
barra, aluvión
ἐκπιεζόμενον τὸ ὑγρὸν ὑπὸ τῶν συνισταμένων ἐγχωμάτων
ἔγχωμα, ατος (τὸ) terrassement, levée de terre, Pol. 4, 39, 9 ; 4, 40, 9.
Étym. ἐγχώννυμι.
ἔγχωμα, τό, Erdaufwurf, Pol. 4.39, 40.