ἐγχυτέον
ἐγχυτέον, one must pour in
ἐγχῠτέον,
- one must pour in, Gp. 6.7.4, al.
1 hay que instilar, inyectar
τὸ τῆς τήλεως ἐ. ἀφέψημα
2 hay que trasegar, envasar
τὸ ... γλοιῶδες εἰς ἀγγεῖον
τὸν μέλανα (οἶνον) ... εἰς τοὺς τοιούτους (πίθους)
ἐγχυτέον, vb. d’ἐγχέω, Geop. 6, 7, 4 ; 16, 9, 2.