Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔλλειν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἑλλανοδίκης
Ἑλλανοκράτης
Ἑλλάνωρ
ἐλλαπίνα
ἐλλαπίνη
Ἑλλάς
ἐλλάσαι
Ἑλλάσποντος
ἔλλατε
ἔλλαχον
ἑλλεβοριάω
ἑλλεβορίζω
ἑλλεβορίνη
ἐλλεβορίνη
ἑλλεβορισμός
ἐλλεβορισμός
ἑλλεβορίτης
ἐλλεβορίτης
ἑλλεβοροδότης
ἑλλεβοροποσία
ἐλλεβοροποσίη
ἑλλέβορος
ἐλλέβορος
ἑλλεβοροσήματα
ἐλλεβοροσήματα
ἐλλεβοροστρώννυμι
ἐλλεδανοί
ἐλλεδανός
ἔλλειγμα
ἔλλειμμα
ἔλλειν
ἐλλειπ-
ἐλλειπασμός
ἐλλειπής
ἐλλειπόντως
ἐλλειπτικός
ἐλλειπτικῶς
ἐλλείπω
ἐλλειπῶς
ἐλλείχω
ἔλλειψις
Ἐλλέπορος
ἔλλερα
ἔλλερος
Ἐλλεροφόντης
Ἐλλεσίη
ἔλλεσχος
ἔλλετε
ἔλλευκος
Ἕλλη
Ἐλλήγηρις
ἐλλήγω
ἑλλήθεις
ἐλληκέω
Ἑλληλιανός
Ἔλλημος
Ἕλλην
Ἑλληνάρχης
ἑλληνάρχης
Ἕλληνες
ἑλληνίζω
…
ἔλλειν
Save
LSJ
ἔλλειν·
ἴλλειν, κατέχειν,
Hsch.
:—Pass.,
ἐλλόμενα· περικλειόμενα,
Id.
; cf.
εἴλω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}