ἐλλογιμότης
ἐλλογιμότης, capability of reasoning
ἐλλογ-ιμότης, ητος, ἡ,
- capability of reasoning, Gloss.
1 elocuencia
ὑπόληψις τῆς εἰς ἄκρον ἐλλογιμότητος
παρακαλῶ τὴν σὴν ἐλλογιμότητα ... ἐπιθεωρῆσαι Σουροῦς
ruego que Su Elocuencia inspeccione a Surus
2 capacidad de instruirse, Gloss.2.54.