ἔνσκηψις Save ἔνσκηψις, falling LSJ DGE ἔνσκηψις, εως, ἡ, falling, κεραυνῶν Lyd. Ost. 41 (pl.). ἔνσκηψις -εως, ἡ caída κεραυνῶν ἐνσκήψεις Lyd.Ost.41.