ἐνσόριον
ἐνσόριον, place for a sarcophagus
- place for a sarcophagus, IGRom. 4.1452 (Smyrna), AJA 18.68 (Sardes, iii A. D.), etc.
nicho funerario para depositar los huesos o las cenizas de una o varias personas
κατεσκεύασαν τὰ ἐνσόρια ἑαυτοῖς καὶ τῇ γλυκυτάτῃ μητρί
τὴν καμάραν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἐνσόρια κατεσκεύασεν ἑαυτῷ καὶ ... τῇ γυναικί
τὸ ἡρῷον [καὶ τὰ ἐν] αὐτῷ ἐνσόρια
τὰ πρὸ τοῦ εἰσελθεῖν ἐσόρια
τὸ θωρακεῖον καὶ τὰ ἐνσόρια καὶ τὴν σορὸν τὴν ἐπὶ τῷ θωρακείῳ
κατεσκεύασεν τὸ ἐ. τοῖς ἀπελευθέροις καὶ θρέμμασιν