ἔπυδρος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ἔπυδρος, ον, Ion. for ἔφυδρος, Hdt. 4.198. ἔπυδρος, v. ἔφυδρος. ἔπυδρος -ον Ion. voor ἔφυδρος. ἔπυδρος, ion. = ἔφυδρος, Her. 4.198. ἔπυδρος, ον Ionic for ἔφυδρος