ἐπῳαστικός
ἐπῳαστικός, fond of sitting
ἐπῳ-αστικός, ή, όν,
- fond of sitting, of birds, ib. 560a3 (Comp.).
ἐπῳαστικός, ή, όν, qui aime à couver, Arstt. H.A. 6, 2, 12 (au cp. -ώτερος).
Étym. ἐπῳάζω.
ἐπῳαστικός, ή, όν, über den Eiern sitzend, brütend, τῷ ἐπῳαστικώτεραι εἶναι ἕτεραι ἑτέρων, mehr zum Brüten geschickt, geneigt sein, Arist. H.A. 6.2.