Ἐνυάλιον Save Bailly 2024 Pape Ἐνυάλιον, ου (τὸ) [ῡᾰ] temple d’Ényalios, Thc. 4, 67. Étym. Ἐνυάλιος. Ἐνυάλιον, τό, Tempel des Enyalios, Thuc. 4.67, Conj. für εἰς τὸν Ἐνυάλιον ἐνήδρευσαν ; s. ἐνυάλιος.