ἐντύχημα Save LSJ DGE ἐντῠχ-ημα, ατος, τό, = sq., in pl. prob. for εὐτ., Plu. Phoc. 5, cf. Him. Ecl. 32.4. ἐντύχημα -ματος, τό encuentro ἀληθὲς ἐ. Him.32.5, τὸ πρὸς τὴν μητέρα ἐ. Sch.Er.Il.1.349c.