Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ᾖμεν
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἧμα
Ἠμαθία
Ἠμαθίη
Ἠμαθιῆες
Ἠμαθίς
Ἠμαθίων
ἠμαθόεις
ἧμαι
ἤμαιθον
ἡμακτέω
ἦμαρ
ἡμαρτημένως
ἥμαρτον
ἡμᾶς
ἧμας
ἠμάτιος
ἤμβλακον
ἤμβροτον
ἡμέας
ἡμεδαπός
ἡμέδιμνον
ἡμεῖς
ἠμείψατο
ἡμείων
ἡμεκτέω
ἠμελημένως
ἠμελλ
ἤμελλον
ἠμέν
ἦμεν
ᾖμεν
ἤμεναι
ἡμέρα
ἡμεραῖος
ἡμεράλωψ
Ἡμερασία
ἡμεραυγής
ἡμέρευσις
ἡμερεύω
ἡμέρη
ἡμερήσιος
ἡμερία
ἡμερίδης
ἡμερίδιον
ἡμερινός
ἡμέριος
ἡμερίς
ἡμέροας
ἡμερόβιος
ἡμερογράφος
ἡμεροδανειστής
ἡμερόδοτος
ἡμεροδρομέω
ἡμεροδρόμης
ἡμεροδρόμιον
ἡμεροδρόμος
ἡμερόδρυς
ἡμεροειδής
ἡμεροθαλής
ἡμεροθαλλής
ἡμεροθηρική
…
ᾖμεν
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ᾖμεν,
v.
εἶμι
.
ᾖμεν
imperf. 1 plur.
van
εἶμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}