ἡμερία
ἡμερία, day
ἡμερία2, cultivation
ἡμερ-ία, Dor. ἁμ- (sc. ὥρα), ἡ,
- = ἡμέρα, S. Aj. 208 (s. v.l.).
ἡμερία, ας (ἡ) le jour, Soph. Aj. 208.
Étym. fém. d’ ἡμέριος, s. e. ὥρα.
ἡμερία, ἡ, s. ἡμέριος.
ἡμερία
- sc. ὥρα, ἡμέρα, Soph.