ἠϋγένειος
ἠϋ·γένειος, v. εὐγένειος.
ἠϋγένειος, ep. = εὐγένειος.
ἠϋγένειος
[ἠϋ-, εὐ- 5 + γενειάς.]
Well-bearded.
Epithet of lions Il. 15.275, Il. 17.109, Il. 18.318: Od. 4.456.
[ἠϋ-, εὐ- 5 + γενειάς.]
Well-bearded.
Epithet of lions Il. 15.275, Il. 17.109, Il. 18.318: Od. 4.456.