ἥττημα
ἥττημα, defeat
ἥττημα, ατος, τό,
- discomfiture, LXX Is. 31.8; loss, 1 Ep.Cor. 6.7: ἥττησις, εως, ἡ, = foreg., Suid. s.v. ἧττα.
ἥττημα, ατος (τὸ) échec, défaite, Spt. Esaï. 31, 9 ; NT. 1 Cor. 6, 7.
Étym. ἡττάω.
ἥττημα, att. = ἥσσημα.
ἥττημα, ατος, τό,
= ἧσσα, NTest.