ἡδυβόης
ἡδυβόης, sweet-sounding
ἡδυ-βόης, Dor. ἁδῠβόᾱς, ου, ὁ,
- sweet-sounding, ἁδυβόᾳ . . αὐλῶν πνεύματι E. Ba. 127; ἡ. κόσσυφος AP 9.396 (Paul.Sil.); δόναξ APl. 16.231 (Anyte).
ἡδυβόης
- sweet-sounding, Eur., Anth.