Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡλιόβατος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡλίασις
ἡλιαστήριον
ἡλιαστής
ἡλιαστικός
ἡλιαυγής
ἡλιάω
ἠλιβάτας
ἠλιβατέω
ἠλίβατος
Ἡλίεια
ἡλιεῖον
ἡλιεύω
ἤλιθα
ἠλιθιάζω
ἠλίθιος
ἠλιθιότης
ἠλιθιόω
ἠλιθιώδης
ἠλιθιώνη
ἠλιθίως
ἠλιθοποιός
Ἡλίκη
ἡλικία
ἡλικιάζομαι
ἡλικίη
ἡλικιώτης
ἡλικιῶτις
ἡλίκος
ἡλικοσοῦν
ἧλιξ
ἡλιόβατος
ἡλιόβλητος
ἡλιοβολέομαι
ἡλιοβολία
ἡλιόβολος
ἡλιοδρόμος
ἡλιοδύσιον
Ἡλιοδώρα
Ἡλιόδωρος
ἡλιοειδής
ἡλιοθαλπής
ἡλιοθερέω
ἡλιοθερής
ἡλιοκαής
ἡλιοκαΐα
ἡλιοκαλλίς
ἡλιοκάμινος
ἡλιοκάνθαρος
ἡλιόκαυστος
ἡλιοκαυτέω
ἡλιοκεντρίς
ἡλιοκόμας
ἡλιοκρεῖς
ἡλιόκτυπος
ἡλιομανής
ἡλιομαντεία
ἡλιόμορφος
ἡλιόομαι
ἡλιοπάλιος
ἡλιόπεμπτος
ἡλιόπεπτος
…
ἡλιόβατος
Save
LSJ
ἡλιό-βᾰτος, ον, coined as etym. of
ἠλίβατος,
EM
427.45.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}