ἡλιόκαυστος
ἡλιόκαυστος, sun-burnt
ἡλιό-καυστος, Dor. ἁλ-, ον, (καίω)
- = ἡλιοκαής, Theoc. 10.27, Dsc. 2.2.
*ἡλιό·καυστος, dor. ἁλιό·καυστος, ος, ον [ᾱ] c. ἡλιοκαής, Thcr. Idyl. 10, 27.
ἡλιόκαυστος, = ἡλιοκαής, Theocr. 10.27, in dor. Form ἁλιοκ., u. Sp.
ἡλιόκαυστος
ἡλιό-καυστος, ον
καίω
- sun-burnt, Theocr.