ἡμιπληγής
ἡμιπληγής, half-struck
ἡμι-πληγής, ές,
- half-struck, Olymp. in Mete. 200.15.
ἡμι·πληγής, ής, ές, c. le suiv. Olympiod. Arstt. Meteor. 3 p. 46.
ἡμιπληγής, = ἡμιπλήξ, Sp.; vgl. Lobeck Phryn. 530.