ἡμιπόνηρος
ἡμιπόνηρος, half-evil
ἡμι-πόνηρος, ον,
- half-evil, Arist. EN 1152a17, Pol. 1315b10.
ἡμι·πόνηρος, ος, ον [ῐ] à moitié méchant, Arstt. Nic. 7, 10, 3 ; Pol. 5, 11, 34.
Étym. ἡμι-, πονηρός.
ἡμιπόνηρος, = ἡμιμόχθηρος, Arist. Pol. 5.11, Eth. 7.10.3.
ἡμιπόνηρος
ἡμι-πόνηρος, ον
- half-evil, Arist.