ἡμιπλήρης
ἡμιπλήρης, half-full
ἡμι-πλήρης, ες,
- half-full, κύστιες Aret. CA 1.6.
ἡμι·πλήρης, ης, ες, à moitié plein, Arét. Cur. m. acut. 1, 6.
Étym. ἡμι-, πλ.
ἡμιπλήρης, ες, halb voll, Aret.