ἡμιπύρωτος
ἡμιπύρωτος, half-burnt
ἡμι-πύρωτος [ῠ], ον,
- half-burnt, AP 7.401.5 (Crin.).
ἡμιπύρωτος, ος, ον [ῐῠ] à demi brûlé, Anth. 7, 401.
Étym. ἡμι-, πυρόω.
ἡμιπύρωτος, halb verbrannt, λείψανα, Crinag. 73 (VII.401).
ἡμιπύρωτος
ἡμι-πύρωτος, ον
πῦρόω
- half-burnt, Anth.