ἡμιπλήρωτος
ἡμιπλήρωτος, half-manned
ἡμι-πλήρωτος, ον,
- half-manned, [πλοῖα] Poll. 1.121; half-full, Id. 5.133.
ἡμιπλήρωτος, halb angefüllt, Poll., auch πλοῖα, halb bemannt, 1.121.