ἡμιλοχία
ἡμιλοχία, half-λόχος (military company)
ἡμι-λοχία, ἡ,
- half-λόχος, Suid. s.v. διμοιρίτης:—also ἡμι-λόχιον, τό, Ascl. Tact. 2.2, Ael. Tact. 5.2.
ἡμιλοχία, ἡ, Suid. = ἡμιλόχιον, τό, halber Lochos, Ael. tact. 5.