Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμιλόχιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμικρής
ἡμικύαθος
ἡμικυκλικός
ἡμικύκλιον
ἡμικύκλιος
ἡμικυκλιώδης
ἡμικυκλοειδής
ἡμίκυκλον
ἡμίκυκλος
ἡμικυκλώδης
ἡμικυλίνδριον
ἡμικύλινδρος
ἡμίκυνες
Ἡμίκυνες
ἡμίκυπρον
ἡμικώνιον
ἡμίκῳον
ἡμίλαγος
ἡμιλάμιον
ἡμίλαμπρος
ἡμιλάσταυρος
ἡμίλεκτος
ἡμιλέπιστος
ἡμίλεπτος
ἡμίλευκος
ἡμιλιτριαῖος
ἡμιλίτριον
ἡμίλιτρον
ἡμίλουτος
ἡμιλοχία
ἡμιλόχιον
ἡμιλοχίτης
ἡμιμαθής
ἡμιμανής
ἡμιμάραντος
ἡμιμάσητος
ἡμιμέγιστον
ἡμιμέδιμνον
ἡμιμέδιμνος
ἡμιμεθής
ἡμιμέθυσος
ἡμιμείλιον
ἡμιμερής
ἡμιμέριστος
ἡμίμεστος
ἡμίμετρον
ἡμίμηδος
ἡμιμηνιαῖος
ἡμίμιτρον
ἡμιμναῖον
ἡμίμνεον
ἡμίμνουν
ἡμιμόδιον
ἡμιμοιραῖος
ἡμιμοιριαῖος
ἡμιμοίριον
ἡμιμόριον
ἡμιμόχθηρος
ἥμιμυ
ἡμιμῦ
ἡμῖν
…
ἡμιλόχιον
Save
Bailly 2024
ἡμι·λόχιον,
ου
(
τὸ
)
[
μῐ
] demi-cohorte,
El. tact.
5, 2
.
Étym.
ἡμι-
,
λόχος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}