ἡμιμεθής
ἡμιμεθής, half-drunk
ἡμι-μεθής, ές,
- half-drunk, AP 6.251 (Phil.).
ἡμι·μεθής, ής, ές [ῐ] à moitié ivre, Anth. 6, 251 ; Clém. 182.
Étym. ἡμι-, μέθη.
ἡμιμεθής, ές, halb trunken ; στόμα Philp. 11 (VI.251); Clem.Al.
ἡμιμεθής
ἡμι-μεθής, ές
μέθη
- half-drunk, Anth.