ἡμιμέδιμνον
ἡμιμέδιμνον, a half-
ἡμι-μέδιμνον, τό,
- half-μέδιμνος, Pherecr. 1, D. 55.24, Dicaearch.Hist. 23:—also ἡμι-μέδιμνος, ὁ, SIG 945.3 (Assos, iv B.C.), Poll. 4.168; cf. ἡμέδιμνον.
ἡμι·μέδιμνον, ου (τὸ) [μῐ] demi-médimne, Dém. 1278, 22 ; Dicéarq. (Ath. 141c).
Étym. ἡμι-, μέδιμνος.
ἡμιμέδιμνον
ἡμι-μέδιμνον, ου, τό,
- a half-μέδιμνος, Dem.