ἡμίμετρον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἡμί-μετρον, τό, gloss on ἡμικάδιον, Suid. ἡμί·μετρον, ου (τὸ) [ῐ] demi-mesure, demi-vers, hémistiche, D. Phal. 1, 1. Étym. ἡμι-, μέτρον. ἡμίμετρον, τό, halbes Maß, Suid.