ἡμιμέριστος
ἡμιμέριστος, divided in half
ἡμι-μέριστος, ον,
- divided in half, gloss on ἡμιδάϊκτος, Sch. Opp. H. 2.287.
ἡμιμέριστος, gehälftet, Schol. Opp. H. 2.286.
ἡμιμέριστος, divided in half