ἡνιοχευτικός
ἡνιοχ-ευτικός, ή, όν,
- = ἡνιοχικός, ἀρετή Sch. Pi. O. 10(11).83. Adv. -κῶς Et.Gud. 672.29.
ἡνιοχευτικός, ή, όν, das Wagenlenken betreffend, τέχνη Schol. Pind. Ol. 10.83.