Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡνιοχητικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾔνησε
ἠνθ
ἦνθον
ἠνί
ἡνία
ἤνια
ἡνιάζω
ἠνιγένειος
ᾐνιγμένον
ᾐνιγμένως
ἠνίδε
ἠνίημαι
ἡνίκα
ἡνίον
Ἠνιοπεύς
ἡνιοποιεῖον
ἡνιοποιέω
ἡνιορράφος
ἡνιοστροφέω
ἡνιοστρόφος
ἡνιοχαράτης
ἡνιοχεία
ἡνιοχεύς
ἡνιοχευτικός
ἡνιοχεύω
ἡνιοχέω
ἡνιόχη
Ἡνιόχη
Ἠνιόχη
ἡνιόχησις
ἡνιοχητικός
ἡνιοχία
ἡνιοχικός
Ἡνίοχοι
ἡνίοχος
Ἡνίοχος
ἠνίπαπε
ἠνίπαπον
ἤνις
ἦνις
ἡνίσκος
ἠνισσάμην
ἠνίων
ἠνοιγ
ἠνοίγην
ἦνον
Ἠνοπίδης
ἠνορέα
ἠνορέη
ἦνοψ
Ἦνοψ
ἤνπερ
ἤνσει
ἧνται
ἤντεον
ἤντετο
ἧντο
ἤνυσε
ἤνυστρον
ἤνυτο
ἠνώγεα
…
ἡνιοχητικός
Save
LSJ
ἡνιοχ-ητικός, ή, όν,
= sq. [ἡνιοχικός],
Procl.
in Prm.
p.520 S. (v.l. -οχικός).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}