ἰσχυρόπους
ἰσχυρόπους, strong-footed
ἰσχῡρό-πους, ποδος, ὁ, ἡ,
- strong-footed, gloss on χαλκόποδας, Hsch.
ἰσχυρόπους, [ῡ], ποδος, starkfüßig, Schol. Od. 10.218 u. a.Sp.
ἰσχυρόπους, strong-footed