ἰσχυρότης
ἰσχυρότης, strength
ἰσχῡρότης, ητος, ἡ,
- strength, Ph. 1.128; v.l. for ἐχ-, D.H. 3.65, for ὀχ-, Ph. 1.644.
ἰσχυρότης, ητος (ἡ) [ῡ] force, puissance, DH. 1, 575 Reiske ; Phil. 1, 128.
Étym. ἰσχυρός.
ἰσχυρότης, [ῡ], ητος, ἡ, Stärke, Kraft, Philo.