ἰσχυρόχρως Save LSJ Pape ἰσχῡρό-χρως, ωτος, ὁ, ἡ, gloss on ταλαύρινος, Sch. Il. 5.289. ἰσχυρόχρως, [ῡ], ωτος, von starker Haut, Erkl. von ταλαύρινος, Schol. Il. 5.289.