ἱερατευματικός
ἱερατευματικός, priestly
ἱερατευματικός, [ρᾱ], = ἱερατικός, ὑπομνήματα Plut. Marc. 5, nach Schäfer.
ἱερατευματικός
ἱερᾱτευματικός, ή, όν
- priestly, Plut. from ἱερᾱτεύω