ἱππαλέος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἱππ-ᾰλέος, α, ον, poet. for ἱππικός, Opp. C. 1.169, 242, etc. ἱππαλέος, α, ον [ᾰ] c. ἱππικός, Opp. C. 1, 169, etc. ἱππαλέος, poet. = ἱππικός, ὅμιλος, Opp. C. 1.169 u. öfter.