ἱπποκενταύρειος
ἱπποκενταύρειος, of a centaur
ἱππο-κενταύρειος, α, ον,
- of a centaur, S.E. M. 9.125.
ἱπποκενταύρειος, ος, ον, d’hippocentaure, Sext. M. 9, 125.
Étym. ἱπποκένταυρος.
ἱπποκενταύρειος, ἱπποκένταυρος betreffend, πράγματα Sext.Emp. adv.phys. 1.125.