Ἱπποκλέας
Ἱππο·κλέας, α (ὁ) [ᾱ] Hippokléas, h. Pd. P. 10, 8, etc.
Étym. cf. le suiv.
Ἱπποκλέας of Pelinnaion, victor in the Pythian boys race for boys, 498 B. C.
- 1Ἱπποκλέᾳ θέλοντες ἀγαγεῖν ἐπικωμίαν ἀνδρῶν κλυτὰν ὄπα P. 10.5 τὸν Ἱπποκλέαν θαητὸν ἐν ἅλιξι θησέμεν (v. l. Ἱπποκλέα) P. 10.57