Ἱπποκρατιππιάδης Save Bailly 2024 Ἱπποκρατ·ιππιάδης, ου (ὁ) [ᾰᾰ] Hippokratippiadès, h. Anth. 11, 17. Étym. Ἱπποκράτης, Ἱππίας.