ἱπποκόρυθος
ἱππο-κόρῠθος, ον, coined as compd. of ἵππος and κόρυς, Porph. ad Il. 2.1 (v.l. ἱππο-κόρυθες as nom. pl.).
ἱππο·κόρυθος, ου (ὁ) [ῠ] c. le suiv. Porph. Qu. Hom. 15.
ἱπποκόρυθος, ὁ, = ἱπποκορυστής, Porphyr. qu.Hom. 15.