ἱστάριον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἱστάριον, τό, Dim. of ἱστός, Men. 142, PLond. 5.1728.13 (vi A.D.), Choerob. in Theod. 1.332. ἱστάριον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. d’ἱστός, Mén. (Com. fr. 4, 111). ἱστάριον, τό, dim. zu ἱστός, Sp.