ἱστιατορία
ἱστιατορία, ἡ,
- = ἑστιατορία, feast, PTeb. 584 (ii A.D.). ἱστιάτωρ, v. ἑστιάτωρ. ἱστιητόριον, and ἱστι-ᾱτόριον, v. ἑστιατόριον.