ἱστιοποιέω Save Bailly 2024 Pape ἱστιο·ποιέω-ῶ (part. pf. pass. ἱστιοπεποιημένος) garnir de voiles, Str. 691. Étym. ἱστίον, ποιέω. ἱστιοποιέω, Segel machen, mit Segeln versehen, ἱστιοπεποιημένας ναῦς Strab. XV.691.