ὀκταέτης
ὀκταέτης, eight years old
ὀκτα-έτης, ες,
- eight years old, Hp. Epid. 1.10; of eight years, χρόνος D.S. 17.94:—fem. ὀκτα-έτις, ἡ, IG 4.620, Pl. Ep. 361d.
ὀκτα·έτης, ης, ες, de huit ans, DS. 17, 94 ; Anth. 8, 10.
Étym. ὀκτώ, ἔτος.
ὀκταέτης, ες, achtjährig, χρόνος, DS. 17.94.