ὀκταδακτυλιαῖος Save LSJ Bailly 2024 ὀκτα-δακτῠλῐαῖος, ον, = sq., ξύλον Heliod. ap. Orib. 49.4.71, cf. 49.23.4. ὀκταδακτυλιαῖος, α, ον [τᾰῠ] c. le suiv. Orib. p. 159 Mai.