ὀκταετία
ὀκταετία, eight-year period
ὀκτα-ετία, ἡ,
- = ὀκταετηρίς, Theo Sm. p.173 H., Procl. Par.Ptol. 285; but ὀκτωετία in Ptol. Tetr. 205.
ὀκταετία, ας (ἡ) c. ὀκταετηρίς, Procl. Ptol. 4, 10, p. 285.
ὀκταετία, ἡ, = ὀκταετηρίς, Procl.